ομοιόθερμο ή ομόθερμα


ομοιόθερμο ή ομόθερμα
Λέγονται έτσι διάφορα ζώα –θηλαστικά και πουλιά– τα οποία, επειδή διαθέτουν υψηλή ισχύ θερμικής αυτορρύθμισης, έχουν σταθερή εσωτερική θερμοκρασία ή μεταβλητή σε πολύ περιορισμένα όρια και κατά συνέπεια ανεξάρτητη από εκείνη του εξωτερικού περιβάλλοντος. Όταν η εξωτερική θερμοκρασία παρουσιάζει σημαντική πτώση, στα ο. ζώα εντατικοποιούνται οι οξειδωτικές διαδικασίες και εκδηλώνονται φαινόμενα αγγειοσυστολής ή φρικίασης που ελαττώνουν τη διασπορά της θερμότητας. Όταν, αντίθετα, η εξωτερική θερμοκρασία ξεπερνά ορισμένα όρια, η αυτορρύθμιση ευνοεί τη διασπορά της θερμότητας μέσω της εφίδρωσης, της αγγειοδιαστολής και του περιορισμού των οξειδωτικών διαδικασιών. Η θερμοκρασία, που είναι τυπική για κάθε είδος, μπορεί ωστόσο να υποστεί αρκετά σημαντικές μεταβολές για να επιτευχθούν φυσιολογικές συνθήκες (για παράδειγμα, πτώση της θερμοκρασίας κατά τη χειμερία νάρκη των θηλαστικών) ή λόγω παθολογικών φαινομένων που συχνά αποτελούν αφορμή πυρετικών εκδηλώσεων.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.